Αρχική » Βιβλία

Οι Άγγελοι

Μια ζωντανή παρουσία
14,00 €
Συγγραφέας: Αλεξάνδρα μοναχή
Μεταφραστής: Ελένη Γκανούρη
Ημ. Έκδοσης: 2016
Διαστάσεις: 14.5 x 21.5
Σελίδες: 304
Δέσιμο: Άδετο

Περιγραφη

Η Μοναχὴ Ἀλεξάνδρα, γεννημένη στὴν Ρουμανία, ἦταν κόρη τοῦ Βασιλιᾶ Φερδινάνδρου (+1927) καὶ τῆς Βασίλισσας Μαρίας. Ἔζησε πολλὲς ἱστορικὲς περιπέτειες, δύο Παγκοσμίους Πολέμους, φτώχεια καὶ ἐξορίες. Ἐν τέλει, βρέθηκε στὴν Ἀμερική, ὅπου πραγματοποιώντας παλαιὸ πνευματικὸ πόθο της, ἔγινε Μοναχή. Ἵδρυσε τὴν Μονὴ τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος στὸ Ἔλγουντ τῆς Πενσυλβανία καὶ διακόνησε ἐκεῖ ὡς Ἡγουμένη μέχρι τὴν μακαρία κοίμησί της, τὸ 1991.Ἡ εὐλογημένη αὐτὴ ψυχὴ διηγεῖται μιὰ προσωπικὴ ἐμπειρία γνωριμίας μὲ τοὺς Ἀγγέλους καὶ ἰδιαίτερα μὲ τὸν Φύλακα Ἄγγελό της, ποὺ εἶχε στὴν παιδική της ἡλικία.

" Ἤμουν ἑπτὰ χρόνων, ὅταν –ξημερώματα ἦταν– τοὺς εἶδα νὰ στέκονται μπροστά μου. Ἦταν Ἄγγελοι. Εἶμαι τόσο σίγουρη σήμερα, ὅτι ἦταν Ἄγγελοι, ὅσο ἤμουνα καὶ τότε ποὺ τοὺς εἶδα. Δὲν ἦταν ὄνειρο· δὲν ἦταν φαντασία αὐτὸ ποὺ ἔβλεπα. Ἦταν ἐκεῖ ὁλοζώντανοι, τοὺς ἔβλεπα, τοὺς ἔνιωθα βαθιὰ μέσα μου. Τοὺς ἔβλεπα τόσο καθαρά, εὐδιάκριτα! Δὲν ξαφνιάστηκα, οὔτε φοβήθηκα. Ἴσως δὲν ἔνιωσα καὶ ἰδιαίτερο δέος. Ἐκεῖνο ποὺ πολὺ ἔντονα ἔνιωσα ἦταν μιὰ βαθιά, ἀπερίγραπτη ἀγαλλίαση, μιὰ γλυκιὰ χαρά! Ἤθελα νὰ τοὺς μιλήσω, νὰ τοὺς ἀγγίξω...Τὸ παιδικό μας δωμάτιο ἄρχισε νὰ φωτίζεται μὲ τὸ φῶς τῆς αὐγῆς. Ξαφνικά, εἶδα μιὰ ὁμάδα Ἀγγέλων νὰ στέκονται, σὰν νὰ μιλοῦσαν μεταξύ τους, γύρω ἀπὸ τὸ κρεββάτι τοῦ μικρότερου ἀδελφοῦ μου.

Ἤμουν σίγουρη ὅτι μιλοῦσαν, ἂν καὶ δὲν ἄκουγα τὶς φωνές τους. Φοροῦσαν μακριὰ ροῦχα σὰν ρόμπες μὲ διάφορα ἁπαλὰ χρώματα. Τὰ μαλλιά τους πλούσια ἔπεφταν στοὺς ὤμους καὶ εἶχαν τοῦ καθενὸς διαφορετικὴ ἀπόχρωσι, ἀπὸ ἀνοιχτὰ ξανθὰ ὡς σκοῦρα μαῦρα. Δὲν εἶχαν φτεροῦγες.Στὸ κάτω μέρος τοῦ κρεββατιοῦ τοῦ ἀδελφοῦ μου Μίρκα, λίγο πιὸ μακριὰ ἀπὸ τοὺς ἄλλους, στεκόταν ἕνας ἄλλος Ἄγγελος, ψηλότερος καὶ πολὺ ὄμορφος, μὲ μεγάλες ἄσπρες φτεροῦγες. Στὸ δεξί του χέρι κρατοῦσε ἕνα ἀναμμένο κερὶ καὶ φαινόταν νὰ μὴν ἀνήκει στὴν ὁμάδα τῶν ἄλλων Ἀγγέλων. Μέσα μου βαθιὰ ἤξερα ὅτι αὐτὸς ἦταν Φύλακας Ἄγγελος. Ἐκείνη τὴν στιγμὴ ἀντιλήφθηκα τὴν παρουσία ἑνὸς ἄλλου Ἀγγέλου στὰ πόδια τοῦ δικοῦ μου κρεββατιοῦ. Ἦταν ψηλός, φοροῦσε ροῦχα μὲ πολὺ φαρδιὰ μανίκια. Τὰ μαλλιά του ἦταν πυρόξανθα καὶ ἡ ὀμορφιὰ τοῦ προσώπου του τέτοια, ποὺ δὲν μπορῶ οὔτε τώρα νὰ τὴν περιγράψω, γιατὶ δὲν συγκρίνεται μὲ κανένα ὂν ἐπὶ τῆς γῆς καὶ μὲ τίποτε ἀνθρώπινο. Τὰ φτερά του ἦταν πίσω καὶ γυρισμένα πρὸς τὰ ἄνω. Τὸ ἕνα του χέρι ἦταν ψηλὰ στὸ στῆθος του καὶ μὲ τὸ ἄλλο κρατοῦσε τὸ κερί.Τὸ χαμόγελό του μπορῶ νὰ τὸ περιγράψω μόνο μὲ μιὰ λέξι: ἀγγελικό! Ὅλη του ἡ παρουσία ἀντανακλοῦσε ἀγάπη, στοργή, φροντίδα, κατανόησι καὶ ἀσφάλεια.Γοητευμένη ἀπ’ ὅ,τι ζοῦσα, πέταξα τὰ σκεπάσματά μου καὶ γονάτισα στὴν ἄκρη στὸ κρεββάτι. Ἅπλωσα τὸ χέρι μὲ μιὰ ἔντονη ἐπιθυμία ν’ ἀγγίξω τὸν χαμογελαστὸ φύλακά μου, ἀλλὰ ἐκεῖνος ἔκανε ἕνα βῆμα πίσω καὶ κούνησε εὐγενικὰ τὸ κεφάλι του. Ἤμουν τόσο κοντά του! «Ὦ, σὲ παρακαλῶ, μὴ φεύγεις!», εἶπα δυνατά, καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι Ἄγγελοι μὲ κοίταξαν καὶ νομίζω πὼς ἄκουσα ἕνα ἐλαφρὺ γέλιο, ἀλλὰ δὲν μπορῶ νὰ πῶ μὲ βεβαιότητα ὅτι ἄκουσα κάποιον ἦχο, ἂν καὶ ξέρω καλὰ πὼς οἱ Ἄγγελοι χαμογέλασαν. Ἔπειτα ἐξαφανίστηκαν...Δὲν ἤμουν παρὰ ἕνα παιδί, ὅταν εἶδα τὸν Φύλακα Ἄγγελό μου. Καθὼς τὰ χρόνια περνοῦσαν, κάπου κάπου θυμόμουν αὐτὸ τὸ γε- γονὸς καὶ ἐξακολουθοῦσα νὰ νιώθω τὴν παρουσία τοῦ Φύλακα Ἀγγέλου μου. Ἀλλά, μὲ λύπη μου ὁμολογῶ, ὅτι τὶς περισσότερες φορὲς τὸν ἀγνόησα......Στὰ χρόνια ποὺ ἀκολούθησαν, ἴσως ἐξ αἰτίας ὅλων ὅσων ἔζησα κατὰ τὸν Πόλεμο καὶ τοὺς ποικίλους διωγμούς, βασανίστηκα πολὺ ἀπὸ δαιμονικοὺς ἐφιάλτες. Ἡ μόνη σωτηρία μου στὴν διάρκεια τῶν ἐφιαλτικῶν ὀνείρων ἦταν νὰ κάνω τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ...Μιὰ μέρα, κοιτάζοντας μιὰ συλλογὴ παλαιῶν εἰκόνων, ἔπεσε τὸ μάτι μου σὲ ἕνα τρίπτυχο, ὅπου εἰκονιζόταν ὁ Φύλακας Ἄγγελος. Στὴν μεσαία εἰκόνα ὁ Ἄγγελος βοηθοῦσε τὸν προστατευόμενό του, ποὺ κοιμόταν καὶ ἔβλεπε ἄσχημο ὄνειρο.

Ἀργότερα, ὅταν πάλι ξύπνησα τρομαγμένη ἀπὸ ἄσχημο ἐφιάλτη, θυμήθηκα ξαφνικὰ τὴν εἰκόνα καὶ μὲ μιὰ ὑπερφυσικὴ εὐκρίνεια ἀνακάλεσα στὸν νοῦ μου αὐτὰ ποὺ εἶχα δεῖ, ὅταν ἤμουν παιδί. Μὲ ἀπόλυτη βεβαιότητα ἐκείνη τὴν στιγμὴ γύρισα στὸν Φύλακα Ἄγγελό μου, ὅπως τὸ ἔκανα στὴν παιδική μου ἡλικία, καὶ ἤξερα ὅτι ἐκεῖνος ἦταν ἐκεῖ, πλάϊ μου, ἕτοιμος νὰ μὲ προστατεύσει. Ἐντελῶς σίγουρη γιὰ τὴν παρουσία του ἠρέμησα καὶ εἰρηνικὰ ξανακοιμήθηκα. Ὁ ὕπνος μου ἦταν γλυκὺς καὶ ἤρεμος..."